προ-πίπτω

προ-πίπτω (s. πίπτω), vornhin od. vornüber fallen, gestürzt werden; οὐχ' ὑπ' ἁνάγκης προπίπτουσα, Eur. Suppl. 63; so ist προπεσόντες ἔρεσσον sie ruderten, indem sie sich vornüber bogen, mit großer Kraftanstrengung, Od. 9, 490. 12, 194; – hervorragen, τινός, über Etwas, πολὺ προπίπτουσα κλῖμαξ τοῦ ἐμβόλου, Pol. 8, 6, 4; auch ἡ σάρισσα τοὺς δέκα πήχεις προπίπτει πρὸ τῶν σωμά-των, 18, 12, 4; auch = weit vordringen, Pol. oft u. a. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προπίπτω — ΝΑ πέφτω προς τα εμπρός, κλίνω, γέρνω προς τα εμπρός («προπεσόντες ἔρεσσον», Ομ. Οδ.) αρχ. 1. (για ικέτη) πέφτω μπροστά στα πόδια κάποιου 2. πέφτω πρώτος στο πεδίο τής μάχης 3. ορμώ προς τα εμπρός, φέρομαι ορμητικά προς τα εμπρός 4. (για ποταμούς …   Dictionary of Greek

  • προπίτνω — Α (ποιητ. τ.) πέφτω πρηνής. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πίτνω, ποιητ. τ. τού πίπτω] …   Dictionary of Greek

  • προπετής — ές, ΝΜΑ, προπέτης, θηλ. έτισσα και παλ. τ. ις, Ν μτφ. (για πρόσ.) αυτός που έχει προκλητικό ύφος, αυθάδης, θρασύς, ιταμός (α. «οἱ θρασεῑς καὶ προπετεῑς», Αριστοτ. β. «οἱ γλώσσῃ προπετεῑς», Ανθ. Παλ.) αρχ. 1. αυτός που έχει κλίση, που γέρνει προς… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”