πρωτ-αγωνιστής

πρωτ-αγωνιστής, , der erste Kämpfer, bes. auf dem Theater, der Schauspieler, der die erste Rolle spielt; Arist. poet. 4; Luc. Alex. 12; τοῠ δράματος, Calumn. 7, übertr. vom Gericht u. der Volksversammlung, der erste Redner, auch der Sieger in den Wettkämpfen, übh. die Hauptperson; πρωτ. τῆς ὑπηρεσίας, Ath. VI, 257 b, der erste unter den Dienern.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τριταγωνιστής — ο, ΝΑ νεοελλ. αυτός που έχει ασήμαντη επίδραση σε ένα έργο ή σε κάποια πράξη αρχ. ο ηθοποιός που έπαιζε τον τρίτο, τον λιγότερο σημαντικό ρόλο στο έργο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρίτος + ἀγωνιστής (πρβλ. πρωτ αγωνιστής)] …   Dictionary of Greek

  • πρωταγωνιστής — ο, ΝΑ, θηλ. πρωταγωνίστρια Ν ο ηθοποιός που υποδύεται το πρώτο, το κύριο πρόσωπο ενός θεατρικού έργου (α. «πρωταγωνίστρια τόσο τής μικρής όσο και τής μεγάλης οθόνης» β. «τὸν μὲν ἐν τραγωδίᾳ πρωταγωνιστήν», Πλούτ.) νεοελλ. 1. (κατ επέκτ.) ηθοποιός …   Dictionary of Greek

  • πρωτοαθλητής — ὁ, Μ (ως προσωνυμία τού πρωτομάρτυρα Στεφάνου) ο πρώτος αγωνιστής, αυτός που πρώτος αγωνίστηκε για την πίστη του στον Χριστό. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + ἀθλητής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”