προς-πελάω

προς-πελάω, = προςπελάζω.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσεμπελάσας — προσεμπελά̱σᾱς , πρός , ἐν πελάω pres part act fem acc pl (doric) προσεμπελά̱σᾱς , πρός , ἐν πελάω pres part act fem gen sg (doric) προσεμπελά̱σᾱς , πρός , ἐν πελάω aor part act masc nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) προσεμπελά̱σᾱς …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπροσπελάσει — προσπροσπελά̱σει , πρός , πρόσ πελάω aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) προσπροσπελά̱σει , πρός , πρόσ πελάω fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) προσπροσπελά̱σει , πρός , πρόσ πελάω fut ind act 3rd sg (doric aeolic) πρόσ προσπελάζω cause to… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσεμπελάσαι — προσεμπελά̱σᾱͅ , πρός , ἐν πελάω pres part act fem dat sg (doric) προσεμπελά̱σαῑ , πρός , ἐν πελάω aor opt act 3rd sg (doric aeolic) προσεμπελά̱σᾱͅ , πρόσ ἐμπελάω pres part act fem dat sg (doric) προσεμπελά̱σαῑ , πρόσ ἐμπελάω aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”