προς-πελάζω

προς-πελάζω (s. πελάζω), hinzu, hinan, in die Nähe bringen, νῆα ἄκρῃ προςπελάσας, Od. 9, 285, das Schiff ans Vorgebirge hinantreiben; pass. sich nahen, Πανός τις προςπελασϑεῖσα ϑυγάτηρ, Soph. O. R. 1101; so auch das act. intraus., ὅταν καλῷ προςπελάζῃ τὸ κυοῠν, Plat. Conv. 206 d; Sp., wie Plut. Eumen. 17 Hdn. 5, 4, 22. – Vgl. auch προςπλάζω.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πελάζω — ΝΑ παροιμ. φρ. «ὅμοιος ὁμοίῶ ἀεὶ πελάζει» ο άνθρωπος αρέσκεται εκ φύσεως να συναναστρέφεται με τους ομοίους του (η φράση από το πλατωνικό «ὅμοιον ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει», Συμπ. 195 Β) αρχ. 1. έρχομαι κοντά, προσεγγίζω, πλησιάζω («ἐντὸς γὰρ πολλοῡ… …   Dictionary of Greek

  • ποτιπελάζω — Α (δωρ. τ.) προσπελάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος τού πρός + πελάζω] …   Dictionary of Greek

  • δεσπόζω — (AM δεσπόζω) 1. είμαι δεσπότης, απόλυτος κύριος, εξουσιάζω 2. επιβάλλομαι σε κάποια αδυναμία μου, ελέγχω κάποιο ελάττωμά μου νεοελλ. 1. είμαι ο σπουδαιότερος, ο σημαντικότερος («αυτό το θέμα δεσπόζει στις συνομιλίες») 2. (για τόπους) βρίσκομαι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”