πρωτ-αίτιος

πρωτ-αίτιος, erste Ursache, erster Urheber, Schol. Eur. Or. 543.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πανταίτιος — ον, Μ αίτιος τών πάντων. [ΕΤΥΜΟΛ. < παντ(ο) * + αίτιος (< αἰτία), πρβλ. πρωτ αίτιος] …   Dictionary of Greek

  • πρωταίτιος — α, ο / πρωταίτιος, ία, ον, ΝΜΑ αυτός που υπήρξε ο πρώτος αίτιος ενός γεγονότος, ο κύριος υπαίτιος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + αἴτιος] …   Dictionary of Greek

  • πρωτοπήμων — ονος, ὁ, ἡ, Α (ποιητ. τ.) αυτός που για πρώτη φορά ή περισσότερο βλάπτει, προκαλεί ζημιά ή κακό σε κάποιον, ο πρώτος αίτιος ενός κακού («βροτοὺς θρασύνει γὰρ αἰσχρόμητις τάλαινα παρακοπὰ πρωτοπήμων», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + πήμων… …   Dictionary of Greek

  • πρωτοποιητικός — ή, όν, Α φρ. «πρωτοποιητικὸς αίτιος» (ως προσωποποίηση) η πρώτη αιτία. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + ποιητικός] …   Dictionary of Greek

  • πρωτουργός — ό / πρωτουργός, όν, ΝΑ αυτός που πρώτος δημιουργεί ή δημιούργησε κάτι, που πρώτος κάνει ή έκανε κάτι, ο πρωτεργάτης νεοελλ. συνεκδ. ο πρώτος αίτιος, ο πρωταίτιος αρχ. αρχικός, αρχέγονος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + ουργός*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”