προς-ραίνω

προς-ραίνω (s. ῥαίνω), noch dazu besprengen; μίλτον κύκλῳ, Ar. Eccl. 378, von dem Seile, welches um die Volksversammlung gezogen wurde; Arist. H. A. 9, 35 u. Sp., wie Plut.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ποτιρραίνω — Α (δωρ. τ.) προσραίνω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος τού πρός + ῥαίνω] …   Dictionary of Greek

  • νίβω — και νίπτω και νίφτω (AM νίπτω και νίβω, Α και νίζω, Μ και νίβγω) 1. (αρχ. και μέσ. νίπτομαι) πλένω μέρος τού σώματος, ιδίως το πρόσωπο και τα χέρια 2. κάνω καθαρμό, καθαίρω, εξαγνίζω («νίψον ἀνομήματα μὴ μόναν ὄψιν», βυζαντ. καρκινική επιγρ. σε… …   Dictionary of Greek

  • ραντήρ — ῆρος, ὁ, Α 1. (για τη γωνία τού ματιού προς το μέρος τής μύτης) αυτός που ραίνει, που ρίχνει δάκρυα 2. αυτός που ραντίζει για εξαγνισμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ῥαν τού ῥαίνω* + επίθημα τήρ (πρβλ. θερμαν τήρ)] …   Dictionary of Greek

  • προσκατάρρανον — προσκατάρρᾱνον , πρός , κατά ῥαίνω sprinkle aor imperat act 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”