προς-ρέπω

προς-ρέπω, wozu hinneigen, Hesych.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ρέπω — ῥέπω ΝΑ 1. κλίνω προς μια ορισμένη κατεύθυνση 2. (ιδίως για πλάστιγγα) γέρνω προς τα κάτω («τὸ μὲν κάτω ρέπον ἐν τοῑς ζυγοῑς βαρύ τὸ δὲ ἄνω κοῡφον», Πλάτ.) 3. μτφ. έχω τάση, έχω έφεση πρός κάτι (α. «ρέπει προς την ακολασία» β. «ῥέπουσι πρὸς τὴν… …   Dictionary of Greek

  • προσέρρεπον — πρός , ἐν ῥέπω turn the scale imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) πρός , ἐν ῥέπω turn the scale imperf ind act 1st sg (homeric ionic) πρόσ ῥέπω turn the scale imperf ind act 3rd pl πρόσ ῥέπω turn the scale imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέρρεπεν — πρός , ἐν ῥέπω turn the scale imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) πρόσ ῥέπω turn the scale imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέρρεψαν — πρός , ἐν ῥέπω turn the scale aor ind act 3rd pl (homeric ionic) πρόσ ῥέπω turn the scale aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσέρρεψεν — πρός , ἐν ῥέπω turn the scale aor ind act 3rd sg (homeric ionic) πρόσ ῥέπω turn the scale aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανατολίζω — ρέπω προς τα ήθη, έθιμα ή τις αντιλήψεις της Ανατολής …   Dictionary of Greek

  • μεταρρέπω — (Μ) 1. ρέπω ή κλίνω προς το άλλο μέρος 2. μεταβαίνω με ησυχία προς το απέναντι μέρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + ῥέπω «κλίνω προς μία κατεύθυνση»] …   Dictionary of Greek

  • ροπή — ενός ανύσματος (π.χ. μιας δύναμης, μιας ταχύτητας, μιας ώσης), ως προς ένα σημείο, είναι το γινόμενο του μεγέθους του ανύσματος επί την απόσταση της ευθείας εφαρμογής του από το ορισμένο σημείο. Ο ορισμός αυτός επεκτείνεται και στη ρ. ως προς… …   Dictionary of Greek

  • κλίνω — (AM κλίνω, Α αιολ. τ. κλίννω) 1. (μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια ή προς τα κάτω, τό γέρνω, τό πλαγιάζω ή λυγίζω, κάμπτω κάτι (α. «ο δυνατός άνεμος έκλινε τους κορμούς τών δέντρων» β. «ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς» όταν ο… …   Dictionary of Greek

  • τείνω — ΝΜΑ 1. τεντώνω (α. «τείνω το τόξο» β. «ὅρα μὴ κατὰ τὴν παροιμίαν ἀπορρήξωμεν πάνυ τείνουσαι τὸ καλώδιον», λουκιαν.) 2. φέρω προς τα εμπρός, προτείνω, προβάλλω (α. «τείνω την κεφαλή» β. «τείνω την χείρα» γ. «ἀσπίδα τείνας», Ανθ. Παλ. δ. «χεῑρας… …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”