προς-τειχίζω

προς-τειχίζω, zur Mauer oder Burg hinzufügen, mit in die Stadtmauer aufnehmen, Thuc. 6, 3.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • συντειχίζω — Α 1. οχυρώνω έναν τόπο με τείχος από κοινού με άλλους 2. περιβάλλω με το ίδιο τείχος δύο πόλεις ή, γενικά, δύο τόπους («τὴν παλαιὰν πόλιν πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν συντειχίζειν», επιγρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + τειχίζω (< τεῖχος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”