προς-τέρπω

προς-τέρπω (s. τέρπω), dor. ποτιτέρπω, dazu, dabei ergötzen, σὲ μὲν ϑεράπων ποτιτερπέτω, Il. 15, 401.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ποτιτέρπω — Α (επικ. τ.) προστέρπω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος τού πρός + τέρπω] …   Dictionary of Greek

  • προσανετράπη — πρός , ἀνά τέρπω delight aor ind pass 3rd sg πρός , ἀνά τραπέω tread grapes imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) πρόσ ἀνατρέπω overturn aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεθέλκω — (ΑM Α και μεθελκύω) 1. έλκω, σύρω ή τραβώ κάτι προς το άλλο μέρος, διευθύνω κάτι εδώ και εκεί, εκτρέπω, παρεκτρέπω, περισπώ 2. σύρω ή τραβώ κάτι προς το μέρος μου, ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι κάτι μσν. 1. τραβώ την προσοχή, προσελκύω («τῶν… …   Dictionary of Greek

  • τερψάσκηση — η, Ν άσκηση που γίνεται για τέρψη, σε αντιδιαστολή προς αυτήν που έχει αγωνιστικό χαρακτήρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τερψ τού τέρπω* (πρβλ. μέλλ. τέρψω, τέρψις) + άσκηση. Η λ., στον λόγιο τ. τερψάσκησις, μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”