προς-τήκω

προς-τήκω, dazu schmelzen, fest anschmelzen, anheften; πλευρὰ προςτακέντος ἰοῠ, Soph. Tr. 833; u. so im perf. act., δεινοτάτῳ μὲν ὕδρας προςτετακὼς φάσματι, 837, wo der Schol. erkl. προςκεκολλημένος τῷ ἰῷ τῆς ὕδρας; u. so auch Suid. προςτέτηκε, προςκεκόλληται. Auch in sp. Prosa, wie Luc. Catapl. 14; Plut.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χέω — και χεύω και επικ. τ. χείω ΜΑ (σχετικά με ρευστό) χύνω, αφήνω να ρεύσει, να τρέξει προς τα κάτω (μσν. αρχ.) (το μέσ.) χέομαι α) (για ένδυμα) πέφτω σχηματίζοντας πτυχές β) (για τον λόγο τού Θεού) εξαπλώνομαι, διαδίδομαι («τοῡ σωτηρίου λόγου… …   Dictionary of Greek

  • λύνω — και λύω και λυώ (AM λύω, Μ και λύνω και λυῶ) 1. ανοίγω ή χαλαρώνω κάτι δεμένο, αφαιρώ τους δεσμούς που συνέχουν ένα πράγμα, ξεδένω, ξελύνω, ξεζώνω, ξεκρεμώ (α. «δεν μπορώ να λύσω αυτόν τον κόμπο» β. «οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῡσαι τὸν ἱμάντα τῶν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”