προς-φυής

προς-φυής, ές, daran gewachsen, fest daran hangend, anschließend, befestigt; ϑρῆνυν προςφυέ' ἐκ κλισίης, Od. 19, 58, die am Sessel befestigte Fußbank; von Natur dazu gehörig, damit verbunden, angemessen, οἰκειότερον καὶ προςφυέστερον τῇ τοῠ νικῶντος ἰδέᾳ, Plat. Phil. 67 a; ἐδωδαῖς καὶ τοιούτων ἡδοναῖς προςφυεῖς γιγνόμεναι, Rep. VII, 519 b; καὶ συγγενεῖς, Ep. VII, 344 a u. Sp., wie Luc. D. Meretr. 5. – Adv. προςφυῶς, ion. προςφυέως, z. B. λέγειν, auf eine geschickte Weise sprechen, Her. 1, 27.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ευφυής — ές (ΑΜ εὐφυής, ές) αυτός που έχει οξεία αντίληψη, μεγάλη πνευματική ικανότητα, εύστροφος, έξυπνος («η σκέψη του ήταν ευφυέστατη») μσν. ταιριαστός αρχ. 1. αυτός που έχει καλή διάπλαση, καλοφτιαγμένος, καλοσχηματισμένος («πόδας εὐφυεῑς», Αριστοτ.)… …   Dictionary of Greek

  • φύω — ΝΜΑ, και αιολ. τ. φυίω Α 1. (μτβ.) συντελώ στο να φυτρώσει κάτι, εκφύω 2. μέσ. φύομαι (κυρίως για φυτά και δέντρα) φυτρώνω, εκφύομαι αρχ. 1. (αμτθ.) α) (για φυτά και δέντρα) εκφύω βλαστούς, βλαστάνω («δρύες... αἵτε φύοντι παρ ὄχθαισιν ποταμοῑο»,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”