προς-φερής

προς-φερής, ές, hinzu, nahe gebracht, nahe kommend, ähnlich; ὀνείρων προςφερεῖς μορφώμασιν, Aesch. Ag. 1191; αὐτοῖσιν ἡμῖν κάρτα προςφερὴς ἰδεῖν, Ch. 174; νυκτὶ προςφερεῖς κόρας, Eur. Or. 408; Hel. 597 u. öfter; Ar. Eccl. 67; u. in Prosa: Her. 2, 105. 4, 33; Thuc. 1, 49; Plat. Phil. 51 d Rep. X, 616 b u. öfter; wie Sp., z. B. Luc. Icaro- men. 2. – Bei Her. 5, 111 als v. l. προςφερέστατος, = προςφορώτατος, zuträglich.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • φέρω — ΝΜΑ, και φέρνω Ν, και δωρ. τ. φάρω Α 1. κρατώ ή σηκώνω κάτι πάνω μου, βαστάζω (α. «φέρει έναν βαρύ σάκο στους ώμους του» β. «φέρων άξονας» γ. «χερσὶν εὐθὺς διψίαν φέρει κόνιν», Σοφ. δ. «μέγα ἔργον, ὅ οὐ δύο γ ἄνδρε φέροιεν», Ομ. Ιλ.) 2. έχω (α.… …   Dictionary of Greek

  • καταφερής — καταφερής, ές (Α) 1. αυτός που κλίνει προς τα κάτω, που γέρνει 2. μτφ. ορμητικός 3. (για έδαφος) κατηφορικός, επικλινής 4. αυτός που έχει κλίση ή ροπή σε κάτι 5. λάγνος, ασελγής 6. φρ. α) «καταφερὴς ἐπί τι» ή «καταφερὴς πρός τι» αυτός που κλίνει… …   Dictionary of Greek

  • κατωφερής — ές (ΑΜ κατωφερής, ές) κατηφορικός («κατωφερές μέρος») μσν. αρχ. βαρύς αρχ. 1. αυτός που κλίνει προς τα κάτω («κεφαλή κατωφερής», Ξεν.) 2. αυτός που έχει ροπή προς τις ηδονές, λάγνος. επίρρ... κατωφερώς (ΑΜ κατωφερῶς) με κλίση προς τα κάτω,… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θρησκεία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Το περιεχόμενο της θρησκείας που επικράτησε στον ελλαδικό χώρο κατά την Παλαιολιθική εποχή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς. Τα λιγοστά και δυσεξιχνίαστης σημασίας ευρήματα δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή …   Dictionary of Greek

  • χαμαιφερής — ές, Μ 1. αυτός που κατευθύνεται προς τα κάτω, προς το έδαφος 2. (κυρίως μτφ.) εκκλ. τιποτένιος, χαμερπής («τὰ χαμαιφερῆ καὶ ἐπίγεια φρονοῡσι», Θεόφιλ. Εκκλ.). επίρρ... χαμαιφερῶς Μ με χαμαιφερή τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαμ(αι) * + φερής (< φέρω*) …   Dictionary of Greek

  • προφερής — ές, Α 1. αυτός που τοποθετείται μπροστά από τους άλλους, που υπερέχει ως προς την ηλικία, την αξία, το κύρος («ἀλλάων προφερής τ ἧν πρεσβυτάτη τε», Ησίοδ.) 2. αυτός που είναι νέος αλλά φαίνεται μεγαλύτερος («οὗτος δὲ προφερὴς καὶ καλὸς καὶ ἀγαθὸς …   Dictionary of Greek

  • ανωφερής — ές (Α ἀνωφερής, οῡς) νεοελλ. (για έδαφος) αυτός που έχει κλίση προς τα επάνω, ανηφορικός αρχ. 1. αυτός που ανεβαίνει, που κατευθύνεται προς τα επάνω 2. (για κρασί) αυτός που επιδρά στο κεφάλι, που προκαλεί μέθη 3. ενεργ. αυτός που φέρει ή… …   Dictionary of Greek

  • φέριστος — και φέρτιστος, ίστη, ον, Α φέρτατος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. φέρ ιστος έχει σχηματιστεί από τη ρίζα *bher τού ρ. φέρω* με την κατάλ. ιστος τού υπερθετικού βαθμού (πρβλ. μέγ ιστος) και αντιστοιχεί, ως προς τον τρόπο σχηματισμού, με έναν αβεστ. τ. κλητικής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”